|
Φεύγουμε, ρε παιδιά…
Μούδιασμα, ζάλη, εικόνες που περνούν, χαμόγελα που σβήνουν, μνήμες που μένουν… Η ζωή, ο θάνατος, η παραβίαση της σειράς, η ασθένεια, ο πόνος… Και η μνήμη πάντα εδώ, να σου μαστιγώνει τις σκέψεις. Τα τελευταία είκοσι χρόνια έχουν ξεκινήσει για το μεγάλο ταξίδι πολλοί συνάδελφοι. Φίλοι, κυρίως, παρά συνάδελφοι…
«Βάζε σωστά τα κόμματα, ρε…», μου έλεγε η Φοίβη, γελώντας. Καθόταν με τις ώρες και διόρθωνε, μετέφραζε, έκανε δώρα, χαζογελούσε στις δύσκολες στιγμές. Η Φοίβη… Είχε μια ξεχωριστή σχέση με τον καθένα…
Θυμάμαι τη μέρα που με πήρε τηλέφωνο, μετά τα μεσάνυχτα και μου είπε «αγοράκι μου…». «Έλα Φοιβούλα», της απάντησα. «Πήρα και τον Καγιαλέ. Πάμε γρήγορα. Αυτός ο αλήτης μαζεύει σε φορτηγό τα πράγματα από την “Απόφαση”. Πάμε γρήγορα»…
Κανονίσαμε, πέρασα και την πήρα και πήγαμε σε κείνο το κτίριο της οδού Αναπαύσεως. Απ’ έξω μια νταλίκα με βουλγάρικες πινακίδες και κάτι λεχρίτες που φόρτωναν γραφεία, καρέκλες κι ό,τι άλλο είχε απομείνει μέσα στην εφημερίδα που είχαμε δουλέψει... Προσπαθήσαμε να τους σταματήσουμε οι τρεις μας και καταλήξαμε στο αστυνομικό τμήμα Παγκρατίου κρατούμενοι, μέχρι την ώρα που ήρθε ο Δημήτρης ο Τσαλαπάτης για να μας αφήσουν ελεύθερους…
Θυμάμαι τις πρωτοχρονιάτικες πίτες που έβαζε τον Μάνο να φέρνει για να τις κόψουμε στο γραφείο… Θυμάμαι που μου έβαζε τις φωνές, επειδή κάπνιζα… Θυμάμαι που τη φώναζα πασοκόμουτρο και γελούσε… Θυμάμαι τις διακοπές στη Λευκάδα… Θυμάμαι που ήρθε στην Cocoon, με το Μάνο, για τα γενέθλια της Γεωργίας… Θυμάμαι που έλεγα “Ζαρούχλα”, τη Νεράτζα, όπου είναι το εξοχικό της και γελούσαμε… Θυμάμαι τις συζητήσεις, ατελείωτες ώρες, βράδια που κλείναμε τεύχος, για το πόσο ήθελε ένα παιδί από τον Μάνο… Θυμάμαι ακόμη καλύτερα το βράδυ που ήρθε στο γραφείο μου και μου είπε «δεν πίνεις απόψε;» και μου έφερε, μ’ ένα πάγο, ένα από τα γαλάζια ποτήρια, που μου είχε κάνει δώρο και κάθισε στην καρέκλα. Μου είπε, εκείνο το βράδυ, ότι θα κάνει μια επέμβαση… Θυμάμαι ότι έχω αφήσει στο automotopress.com τελευταίο θέμα ένα δικό της και έκτοτε το “πάγωσα”… Θυμάμαι τη βραδιά που μας κάλεσε -πολλούς φίλους-στο καινούργιο σπίτι που έφτιαξαν με το Μάνο να φάμε και να πιούμε και λαμποκοπούσε το χαμόγελό της… Θυμάμαι που με πήρε θυμωμένη επειδή δεν είχα πάει να ψηφίσω στην Ένωση…
Θυμάμαι λοιπόν, εκείνα τα ποτήρια που μου έφερε δώρο για το ουίσκι που τα ‘χω ακόμη…. Και σ’ αυτά τα ποτήρια έπινα, πίνω και θα πίνω το ουίσκι μου, Φοίβη, μερικά βράδια και θα θυμάμαι και όλες τις άλλες στιγμές, που τώρα δεν μου έρχονται στο μυαλό γιατί έχω μουδιάσει… Ξέρεις γιατί…
Γιάννης Ηλιάδης
|